ευφραδής
•
- λόγιοπου έχει μεγάλη ευχέρεια στη διατύπωση σκέψεων, συναισθημάτων και επιχειρημάτων, που χειρίζεται τον προφορικό λόγο με πλούτο και αποτελεσματικότητα, που προκαλεί θαυμασμό με τον τρόπο ομιλίας του, που λέει ωραία λογύδρια. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευφραδής < ελληνιστική κοινή εὐφραδής < αρχαία ελληνική εὖ + φράζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφραδής | ευφραδής | ευφραδές |
| Γενική | ευφραδούς | ευφραδούς | ευφραδούς |
| Αιτιατική | ευφραδή | ευφραδή | ευφραδές |
| Κλητική | ευφραδή / ευφραδής | ευφραδής | ευφραδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφραδείς | ευφραδείς | ευφραδή |
| Γενική | ευφραδών | ευφραδών | ευφραδών |
| Αιτιατική | ευφραδείς | ευφραδείς | ευφραδή |
| Κλητική | ευφραδείς | ευφραδείς | ευφραδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →