ευφυολογία
•
- ευφυολόγημα σκωπτικό, πνευματώδες ή γλαφυρό Βικιλεξικό
- βαθιά στοχαστική ρητορία ή εντυπωσιακή διατύπωση Βικιλεξικό
- (Intelligence studies) τομέας επιστήμης που μελετά τον ορισμό, τα συστατικά, τις καταβολές και τις αλληλοσυσχετίσεις-συνδιακυμάνσεις (βλ. covariance) της γενικής ευφυΐας (και των μερών της) με άλλους παράγοντες όπως α. τα γονίδια, β. το κοινό περιβάλλον με άλλα άτομα, γ. το προσωπικό περιβάλλον που διαμορφώνει το άτομο κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1. ευφυολογία < ευφυολόγημα + -ία 3. ευφυολογία < ευφυΐα + -ολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφυολογία | ευφυολογίες |
| Γενική | ευφυολογίας | ευφυολογιών |
| Αιτιατική | ευφυολογία | ευφυολογίες |
| Κλητική | ευφυολογία | ευφυολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →