ευφώνιο
•
- μουσικό όργανοαερόφωνο όργανο με επιστόμιο της οικογένειας των χάλκινων. Μοιάζει πολύ με την τούμπα ή το Baritonhorn ⁽ᵈᵉ⁾ ('Bariton κόρνο'), με φαρδύτερο κωνικό σωλήνα. Κατασκευάστηκε το 1843. Συχνά παίζει το ρόλο του 'μπάσου', του πιο βαθύφωνου οργάνου στη στρατιωτική μπάντα. Στη συμφωνική ορχηστρική ενοργάνωση εναλλάσσεται και με την τενόρο τούμπα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευφώνιο: (αντιδάνειο) < (καθαρεύουσα) εὐφώνιον < διαγλωσσικοί όροι euphonium < αρχαία ελληνική εὔφωνος (που έχει γλυκιά φωνή) + -ιον. Η λέξη υπάρχει στις ευρωπαϊκές γλώσσες μετά το 1843, χρονιά της κατασκευής του οργάνου.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφώνιο | ευφώνια |
| Γενική | ευφωνίου / ευφώνιου | ευφωνίων / ευφώνιων |
| Αιτιατική | ευφώνιο | ευφώνια |
| Κλητική | ευφώνιο | ευφώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →