ευχέρεια
•
- η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου Βικιλεξικό
- Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)
Ετυμολογία
ευχέρεια < (ελληνιστική κοινή) εὐχέρεια < εὐχερής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευχέρεια | ευχέρειες |
| Γενική | ευχέρειας | ευχερειών |
| Αιτιατική | ευχέρεια | ευχέρειες |
| Κλητική | ευχέρεια | ευχέρειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →