Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευχέτις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιοπρεπέςθηλυκό του ευχέτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευχέτις < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐχέτις < αρσενικό ελληνιστικό εὐχέτ(ης) (ευχέτης) + αρχαία κατάληξη θηλυκού -ις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευχέτιςευχέτιδες
Γενικήευχέτιδας / ευχέτιδοςευχέτιδων / ευχετίδων
Αιτιατικήευχέτιδαευχέτιδες
Κλητικήευχέτι / ευχέτι ευχέτιςευχέτιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →