ευχαρίστως
•
- για να εκφράσει ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- ευχαρίστως να βοηθήσω
- για να εκφράσει ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- πολύ ευχαρίστως
Ετυμολογία
ευχαρίστως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐχαρίστως (με ευγνωμοσύνη - αρχαία σημασία: ευτυχώς) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avec plaisir
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →