Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευχολόγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το τελετουργικό τυπικό που ισχύει σε κάθε ακολουθία και τις ανάλογες ευχές. Διακρίνεται σε Μέγα Ευχολόγιο και Μικρό Ευχολόγιο ή «αγιασματάρι». Βικιλεξικό
  2. λόγια που εκφράζουν περισσότερο ευχές παρά μια ρεαλιστική βάση για τα πράγματα (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευχολόγιο < μεσαιωνική ελληνική εὐχολόγιον < < ευχ(η) + -ο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευχολόγιοευχολόγια
Γενικήευχολογίου / ευχολόγιουευχολογίων / ευχολόγιων
Αιτιατικήευχολόγιοευχολόγια
Κλητικήευχολόγιοευχολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →