ευωχία
•
- το πλούσιο φαγοπότι και γλέντι Βικιλεξικό
- η ευθυμία που επικρατεί σ' ένα γλέντι Βικιλεξικό
- το γλέντι, το γλεντοκόπι, το ξεφάντωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευωχία < αρχαία ελληνική εὐωχία < εὖ + ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευωχία | ευωχίες |
| Γενική | ευωχίας | ευωχιών |
| Αιτιατική | ευωχία | ευωχίες |
| Κλητική | ευωχία | ευωχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →