Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευόδωση

/evˈo.ðo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του ευοδώνω· η επιτυχημένη έκβαση, η τελεσφόρηση Βικιλεξικό
    • Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)

Ετυμολογία

ευόδωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐόδω(σις) + -ση < αρχαία ελληνική εὖ + ὁδός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευόδωσηευοδώσεις
Γενικήευόδωσηςευοδώσεων
Αιτιατικήευόδωσηευοδώσεις
Κλητικήευόδωσηευοδώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →