Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφάπτομαι

ρήμα
•
  1. για επιφάνεια που έρχεται σε επαφή με ένα ή πολλά σημεία μιας άλλης επιφάνειας Βικιλεξικό
    • Εάν τα γειτονικά οικόπεδα είναι αδόμητα, το κτίριο επιτρέπεται να εφά­πτεται των κοινών ορίων (Νόμος 2125/1993, ΦΕΚ A 88/1993)

Ετυμολογία

εφάπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφάπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →