εφέντης
•
- παρωχημένοΤούρκος ή Αιγύπτιος αξιωματούχος ή ευγενής Βικιλεξικό
- παρωχημένοτιμητική προσωνυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφέντης < τουρκική efendi < μεσαιωνική ελληνική αφέντης (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική αὐθέντης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφέντης | εφέντες |
| Γενική | εφέντη | εφεντών |
| Αιτιατική | εφέντη | εφέντες |
| Κλητική | εφέντη | εφέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →