Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφέσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφέσιμος < αρχαία ελληνική ἐφέσιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφέσιμοςεφέσιμηεφέσιμο
Γενικήεφέσιμουεφέσιμηςεφέσιμου
Αιτιατικήεφέσιμοεφέσιμηεφέσιμο
Κλητικήεφέσιμεεφέσιμηεφέσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφέσιμοιεφέσιμεςεφέσιμα
Γενικήεφέσιμωνεφέσιμωνεφέσιμων
Αιτιατικήεφέσιμουςεφέσιμεςεφέσιμα
Κλητικήεφέσιμοιεφέσιμεςεφέσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →