εφέσιμος
•
- νομικός όροςπου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφέσιμος < αρχαία ελληνική ἐφέσιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφέσιμος | εφέσιμη | εφέσιμο |
| Γενική | εφέσιμου | εφέσιμης | εφέσιμου |
| Αιτιατική | εφέσιμο | εφέσιμη | εφέσιμο |
| Κλητική | εφέσιμε | εφέσιμη | εφέσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφέσιμοι | εφέσιμες | εφέσιμα |
| Γενική | εφέσιμων | εφέσιμων | εφέσιμων |
| Αιτιατική | εφέσιμους | εφέσιμες | εφέσιμα |
| Κλητική | εφέσιμοι | εφέσιμες | εφέσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →