εφίστιος
•
- αυτός που φέρεται μόνιμα επί του ιστού, στην κορυφή του ιστού. Βικιλεξικό
- Φανός εφίστιος για σκάφη έως 12m απο inox περίβλημα για υψηλή αισθητική και μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. (ανακτήθηκε στις 31/10/2025 https://skafatos.gr/product/inox-12m-3/)
- τα εφίστια φανάρια του μοιάζανε καντήλια που δώσανε, στην αρχή, πολλές ελπίδες στους ακυβέρνητους (Μιχαήλ Ροδακανάκης, Οι δρόμοι της θάλασσας: με το βήμα της προπέλας, εκδ. Καλεντής, 1998, σελ. 29)
Ετυμολογία
εφίστιος, < επί + ιστός (επειδή η λέξη ιστός δασύνεται, το γράμμα π μετατρέπεται σε φ)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφίστιος | εφίστια | εφίστιο |
| Γενική | εφίστιου | εφίστιας | εφίστιου |
| Αιτιατική | εφίστιο | εφίστια | εφίστιο |
| Κλητική | εφίστιε | εφίστια | εφίστιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφίστιοι | εφίστιες | εφίστια |
| Γενική | εφίστιων | εφίστιων | εφίστιων |
| Αιτιατική | εφίστιους | εφίστιες | εφίστια |
| Κλητική | εφίστιοι | εφίστιες | εφίστια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →