εφαρμογή
•
- η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός Βικιλεξικό
- η εφαρμογή μιας αλοιφής ή μιας βεντούζας
- η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή ακουμπούν το ένα με το άλλο κατά τρόπο λειτουργικό Βικιλεξικό
- υπάρχει ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της πόρτας με την κάσα.
- αυτό το ρούχο τής πάει γάντι. Τέλεια εφαρμογή με το σώμα της!
- η υλοποίηση Βικιλεξικό
- η εφαρμογή μιας θεωρίας στην πράξη αναδεικνύει και τις όποιες αδυναμίες της.
- η αξιοποίηση μιας γενικής αρχής, μιας επιστημονικής θεωρίας - ανακάλυψης ή μιας δυνατότητας Βικιλεξικό
- μια εφαρμογή του ηλεκτρομαγνητισμού συναντάμε στα σύγχρονα τρένα
- πληροφορικήπρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή για συγκεκριμένη εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφαρμογή < εφ- (επί) + αρμογή < αρμόζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμογή | εφαρμογές |
| Γενική | εφαρμογής | εφαρμογών |
| Αιτιατική | εφαρμογή | εφαρμογές |
| Κλητική | εφαρμογή | εφαρμογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →