εφαρμογίδιο
•
- νεολογισμόςμικροεφαρμογή Βικιλεξικό
- νεολογισμόςμικροεφαρμογή (επιφάνειας εργασίας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφαρμογίδιο < εφαρμογή + υποκοριστικό επίθημα -ίδιο (1.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική widget· 2.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική screenlet)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμογίδιο | εφαρμογίδια |
| Γενική | εφαρμογίδιου | εφαρμογίδιων |
| Αιτιατική | εφαρμογίδιο | εφαρμογίδια |
| Κλητική | εφαρμογίδιο | εφαρμογίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →