εφαρμοσμένος
•
- που εφαρμόζεται Βικιλεξικό
- για κλάδο μιας επιστήμης που ασχολείται με την πρακτική εφαρμογή παρά τη θεωρητική έρευνα Βικιλεξικό
- εφαρμοσμένα μαθηματικά
Ετυμολογία
εφαρμοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εφαρμόζω, εφαρμόζομαι
Άλλοι τύποι
εφαρμοσμέναεφαρμοσμένεεφαρμοσμένεςεφαρμοσμένηεφαρμοσμένηςεφαρμοσμένοεφαρμοσμένοιεφαρμοσμένοςεφαρμοσμένουεφαρμοσμένουςεφαρμοσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →