εφαρμοστήριο
•
- εργαστήριο τεχνολογίας μηχανολογικών κατασκευών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφαρμοστήριο < εφαρμόζω + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμοστήριο | εφαρμοστήρια |
| Γενική | εφαρμοστήριου / εφαρμοστηρίου | εφαρμοστήριων / εφαρμοστηρίων |
| Αιτιατική | εφαρμοστήριο | εφαρμοστήρια |
| Κλητική | εφαρμοστήριο | εφαρμοστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →