εφαρμοστής
•
- επάγγελμαεπαγγελματίας που συναρμολογεί μηχανές ή τμήματα αυτών Βικιλεξικό
- δούλεψε πολλά χρόνια σαν εφαρμοστής προπελών στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά
Ετυμολογία
εφαρμοστής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμοστής | εφαρμοστές |
| Γενική | εφαρμοστή | εφαρμοστών |
| Αιτιατική | εφαρμοστή | εφαρμοστές |
| Κλητική | εφαρμοστή | εφαρμοστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →