εφελκύω
•
- φυσικήασκώ εφελκυσμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφελκύω < εφελκυσμός + -ω (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή ἐφελκυσμός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εφελκύω < εφελκυσμός + -ω (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή ἐφελκυσμός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →