εφετικά
•
- εφετικά ρήματα της αρχαίας ελληνικής σε -ιάω ή -είω, όπως μητιάω, κλαυσιάω, τυραννησείω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφετικά < ἐφίημαι με γεν. (=επιθυμώ > ἐπί + ἵημαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εφετικά < ἐφίημαι με γεν. (=επιθυμώ > ἐπί + ἵημαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →