εφηβικός
•
- που αναφέρεται στον έφηβο Βικιλεξικό
- Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
εφηβικός < έφηβος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφηβικός | εφηβική | εφηβικό |
| Γενική | εφηβικού | εφηβικής | εφηβικού |
| Αιτιατική | εφηβικό | εφηβική | εφηβικό |
| Κλητική | εφηβικέ | εφηβική | εφηβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφηβικοί | εφηβικές | εφηβικά |
| Γενική | εφηβικών | εφηβικών | εφηβικών |
| Αιτιατική | εφηβικούς | εφηβικές | εφηβικά |
| Κλητική | εφηβικοί | εφηβικές | εφηβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →