Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφηλίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φακίδα Βικιλεξικό
  2. για καρφίτο πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού Βικιλεξικό
  3. για καρφίκατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους) Βικιλεξικό
    • Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  4. για καρφίμικρή μεταλλική περόνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφηλίδα < καθαρεύουσα ἐφηλίς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐφηλίς από την αιτιατική «τὴν ἐφηλίδα» < ἐφ- (ἐπί) + ἧλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφηλίδαεφηλίδες
Γενικήεφηλίδαςεφηλίδων
Αιτιατικήεφηλίδαεφηλίδες
Κλητικήεφηλίδαεφηλίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →