εφηλίδα
•
- φακίδα Βικιλεξικό
- για καρφίτο πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού Βικιλεξικό
- για καρφίκατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους) Βικιλεξικό
- Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- για καρφίμικρή μεταλλική περόνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφηλίδα < καθαρεύουσα ἐφηλίς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐφηλίς από την αιτιατική «τὴν ἐφηλίδα» < ἐφ- (ἐπί) + ἧλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφηλίδα | εφηλίδες |
| Γενική | εφηλίδας | εφηλίδων |
| Αιτιατική | εφηλίδα | εφηλίδες |
| Κλητική | εφηλίδα | εφηλίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →