εφημεριδοπώλης
•
- επάγγελμααυτός που πουλάει εφημερίδες, συνήθως στο δρόμο Βικιλεξικό
- Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)
Ετυμολογία
εφημεριδοπώλης < εφημερίδ(α) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφημεριδοπώλης | εφημεριδοπώλες |
| Γενική | εφημεριδοπώλη | εφημεριδοπωλών |
| Αιτιατική | εφημεριδοπώλη | εφημεριδοπώλες |
| Κλητική | εφημεριδοπώλη | εφημεριδοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →