εφοπλιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εφοπλιστή ή τον εφοπλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφοπλιστικός < εφοπλιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφοπλιστικός | εφοπλιστική | εφοπλιστικό |
| Γενική | εφοπλιστικού | εφοπλιστικής | εφοπλιστικού |
| Αιτιατική | εφοπλιστικό | εφοπλιστική | εφοπλιστικό |
| Κλητική | εφοπλιστικέ | εφοπλιστική | εφοπλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφοπλιστικοί | εφοπλιστικές | εφοπλιστικά |
| Γενική | εφοπλιστικών | εφοπλιστικών | εφοπλιστικών |
| Αιτιατική | εφοπλιστικούς | εφοπλιστικές | εφοπλιστικά |
| Κλητική | εφοπλιστικοί | εφοπλιστικές | εφοπλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →