εφορία
•
- η οικονομική υπηρεσία του δημοσίου που έχει ως αρμοδιότητα τη βεβαίωση και είσπραξη φόρων, τελών και άλλων προσόδων Βικιλεξικό
- το κτίριο της οικονομικής υπηρεσίας (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφορία < έφορ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφορία | εφορίες |
| Γενική | εφορίας | εφοριών |
| Αιτιατική | εφορία | εφορίες |
| Κλητική | εφορία | εφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →