εφορεία
•
- αρχή, υπηρεσία ή όργανο που έχει αρμοδιότητα να επιβλέπει κάποιον τομέα δραστηριότητας Βικιλεξικό
- Για την υπόθεση πρέπει να απευθυνθείς στην αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων.
- Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων έχει αποστολή την προστασία των αρχαιοτήτων που βρίσκονται στη θάλασσα.
- Η εφορεία της Σχολής μας είναι επταμελής. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφορεία < αρχαία ελληνική ἐφορεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφορεία | εφορείες |
| Γενική | εφορείας | εφορειών |
| Αιτιατική | εφορεία | εφορείες |
| Κλητική | εφορεία | εφορείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →