Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφτάζυμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίαεφτάζυμα παξιμάδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφτάζυμα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εφτάζυμος στον πληθυντικό < αυτόζυμο < αυτός + -ο- + ζύμη (με παρετυμολόγηση από τη λέξη εφτά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφτάζυμαεφτάζυμα
Γενική—εφτάζυμων
Αιτιατική—εφτάζυμα
Κλητική—εφτάζυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →