εφτάρι
•
- το ψηφίο επτά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από επτά ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- διαμέρισμα με επτά κύρια δωμάτια
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 7 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 7
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται δεξιός μέσος στην σύνθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφτάρι < εφτ(ά) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφτάρι | εφτάρια |
| Γενική | εφταριού | εφταριών |
| Αιτιατική | εφτάρι | εφτάρια |
| Κλητική | εφτάρι | εφτάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →