εφυαλώνω
•
- κάνω εφυάλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφυαλώνω < εφ- + ύαλος + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vitrifier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εφυαλώνω | εφυαλώνεις | εφυαλώνει | εφυαλώνουμε | εφυαλώνετε | εφυαλώνουν / εφυαλώνουνε |
| Παρατατικός | εφυάλωνα | εφυάλωνες | εφυάλωνε | εφυαλώναμε | εφυαλώνατε | εφυάλωναν / εφυαλώναν / εφυαλώνανε |
| Αόριστος | εφυάλωσα | εφυάλωσες | εφυάλωσε | εφυαλώσαμε | εφυαλώσατε | εφυάλωσαν / εφυαλώσαν / εφυαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα εφυαλώνω / θα εφυαλώσω | θα εφυαλώνεις / θα εφυαλώσεις | θα εφυαλώνει / θα εφυαλώσει | θα εφυαλώνουμε / θα εφυαλώσουμε | θα εφυαλώνετε / θα εφυαλώσετε | θα εφυαλώνουν / θα εφυαλώνουνε / θα εφυαλώσουν / θα εφυαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εφυαλώσει | έχεις εφυαλώσει | έχει εφυαλώσει | έχουμε εφυαλώσει | έχετε εφυαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εφυαλώσει | είχες εφυαλώσει | είχε εφυαλώσει | είχαμε εφυαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εφυαλώσει / να εφυαλώνω / να εφυαλώσω | να έχεις εφυαλώσει / να εφυαλώνεις / να εφυαλώσεις | να έχει εφυαλώσει / να εφυαλώνει / να εφυαλώσει | να έχουμε εφυαλώσει / να εφυαλώνουμε / να εφυαλώσουμε | να έχετε εφυαλώσει / να εφυαλώνετε / να εφυαλώσετε | να εφυαλώνουν / να εφυαλώνουνε / να εφυαλώσουν / να εφυαλώσουνε |
| Προστακτική | — | εφυάλωνε / εφυάλωσε | — | — | εφυαλώνετε / εφυαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →