εφόλκιο
•
- ναυτικός όροςμικρό σκάφος, το οποίο ρυμουλκείται πίσω από μεγαλύτερο Βικιλεξικό
- «Εις το όνομα του Κυρίου» κραυγάζει και με το ίδιο του το χέρι ανάβει το μπουρλότο και πηδάει στο εφόλκιο όπου βρίσκονται οι σύντροφοι του, και μέσα στο οποίο υπάρχει το γεμάτο δυναμίτιδα δοχείο, για να ανατιναχτούν σε περίπτωση που θα αποτύγχαναν.
Ετυμολογία
εφόλκιο < αρχαία ελληνική ἐφόλκιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφόλκιο | εφόλκια |
| Γενική | εφολκίου / εφόλκιου | εφολκίων |
| Αιτιατική | εφόλκιο | εφόλκια |
| Κλητική | εφόλκιο | εφόλκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →