εφόσον
•
- αιτιολογικόςμε την προϋπόθεση ότι, επειδή, αφού Βικιλεξικό
- Εφόσον θέλεις να το κάνεις, θα το κάνεις.
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
- χρονικόςόταν Βικιλεξικό
- Εφόσον έχει καλό καιρό, θα πάμε βόλτα.
Ετυμολογία
εφόσον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφ’ ὅσον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →