Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εχέμυθος

/eˈçe.mi.θos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κρατάει μυστικά, που μπορεί κάποιος να του εκμυστηρεύεται πράγματα Βικιλεξικό
    • Η ανασφάλεια για την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και η ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή οδήγησε πολλούς Eλληνες στον εκπατρισμό των χρημάτων τους προς πιο ασφαλείς προορισμούς. Ένας από αυτούς είναι και η Ελβετία, παραδοσιακός τόπος υποδοχής των ελληνικών καταθέσεων, που χαρακτηρίζεται διαχρονικά από τη διακριτική μεταχείριση των χρημάτων και την εχέμυθη αντιμετώπιση των ιδιοκτητών τους. (*)

Ετυμολογία

εχέμυθος < (ελληνιστική κοινή) ἐχέμυθος < αρχαία ελληνική ἔχω + μῦθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεχέμυθοςεχέμυθηεχέμυθο
Γενικήεχέμυθουεχέμυθηςεχέμυθου
Αιτιατικήεχέμυθοεχέμυθηεχέμυθο
Κλητικήεχέμυθεεχέμυθηεχέμυθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεχέμυθοιεχέμυθεςεχέμυθα
Γενικήεχέμυθωνεχέμυθωνεχέμυθων
Αιτιατικήεχέμυθουςεχέμυθεςεχέμυθα
Κλητικήεχέμυθοιεχέμυθεςεχέμυθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →