εχίνος
•
- λόγιοο αχινός Βικιλεξικό
- λόγιοο σκαντζόχοιρος Βικιλεξικό
- ζωολογίαοτιδήποτε έχει αγκαθωτή επιφάνεια Βικιλεξικό
- βοτανικήοτιδήποτε έχει αγκαθωτή επιφάνεια Βικιλεξικό
- οπλισμόςοτιδήποτε έχει αγκαθωτή επιφάνεια Βικιλεξικό
- για τον όρο της αρχιτεκτονικής δείτε την Ετυμολογία 2 Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήτμήμα κιονόκρανου ανάμεσα στον άβακα και τον κυρίως κίονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εχίνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐχῖνος. Συγκρίνετε με το αχινός. :* για το αντιαρματικό: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική hedgehog
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εχίνος | εχίνοι |
| Γενική | εχίνου | εχίνων |
| Αιτιατική | εχίνο | εχίνους |
| Κλητική | εχίνε | εχίνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →