εψιδίνη
•
- βιοχημείαορμόνη του αίματος που παράγεται στο ήπαρ και ρυθμίζει τον μεταβολισμό του σιδήρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εψιδίνη < hepcidin < Hep + cide + -in < Ἧπαρ + κτείνω (λόγῳ του ότι παράγεται από το Ήπαρ και λόγῳ των βακτηριοκτόνων ιδιοτήτων της)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εψιδίνη | εψιδίνες |
| Γενική | εψιδίνης | εψιδινών |
| Αιτιατική | εψιδίνη | εψιδίνες |
| Κλητική | εψιδίνη | εψιδίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →