εύγευστος
•
- ευχάριστος στη γεύση, νόστιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύγευστος < ευ- + γεύσις + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύγευστος | εύγευστη | εύγευστο |
| Γενική | εύγευστου | εύγευστης | εύγευστου |
| Αιτιατική | εύγευστο | εύγευστη | εύγευστο |
| Κλητική | εύγευστε | εύγευστη | εύγευστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύγευστοι | εύγευστες | εύγευστα |
| Γενική | εύγευστων | εύγευστων | εύγευστων |
| Αιτιατική | εύγευστους | εύγευστες | εύγευστα |
| Κλητική | εύγευστοι | εύγευστες | εύγευστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →