Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύδιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αίθριος, ασυννέφιαστος, καλοκαιρινός Βικιλεξικό
  2. κυκλώνας Βικιλεξικό
  3. τρικυμία Βικιλεξικό
  4. Τυφώνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύδιος < ευδία < αρχαία ελληνική εὐδία <εὖ επίρ. + δίος= θείος, ουράνιος, γαλήνιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύδιοςεύδιίαεύδιιο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →