εύδιος
•
- αίθριος, ασυννέφιαστος, καλοκαιρινός Βικιλεξικό
- κυκλώνας Βικιλεξικό
- τρικυμία Βικιλεξικό
- Τυφώνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύδιος < ευδία < αρχαία ελληνική εὐδία <εὖ επίρ. + δίος= θείος, ουράνιος, γαλήνιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύδιος | εύδιία | εύδιιο |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →