εύελπις
•
- στρατιωτικός όροςο σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (ΣΣΕ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύελπις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔελπις (γεμάτος ελπίδα) < εὖ + ἐλπίς :* και ουσιαστικοποιημένο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εύελπις | ευέλπιδες |
| Γενική | ευέλπιδος / εύελπη | ευέλπιδων / ευελπίδων |
| Αιτιατική | εύελπι / εύελπιν | ευέλπιδες |
| Κλητική | εύελπι | ευέλπιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →