εύθραυστος
•
- που σπάει εύκολα Βικιλεξικό
- Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)
- μεταφορικάο ευαίσθητος, που απαιτεί πολύ προσεκτική αντιμετώπιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύθραυστος < αρχαία ελληνική εὔθραυστος < εὖ + θραύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύθραυστος | εύθραυστη | εύθραυστο |
| Γενική | εύθραυστου | εύθραυστης | εύθραυστου |
| Αιτιατική | εύθραυστο | εύθραυστη | εύθραυστο |
| Κλητική | εύθραυστε | εύθραυστη | εύθραυστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύθραυστοι | εύθραυστες | εύθραυστα |
| Γενική | εύθραυστων | εύθραυστων | εύθραυστων |
| Αιτιατική | εύθραυστους | εύθραυστες | εύθραυστα |
| Κλητική | εύθραυστοι | εύθραυστες | εύθραυστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →