εύκολα
•
- με εύκολο τρόπο, με ευκολία, χωρίς δυσκολία Βικιλεξικό
- Τα κατάφερε εύκολα, δε δυσκολεύτηκε καθόλου.
Ετυμολογία
εύκολα < εύκολ(ος) + -α. Δείτε και το μεσαιωνικό εὔκολα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εύκολα < εύκολ(ος) + -α. Δείτε και το μεσαιωνικό εὔκολα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →