εύκοσμος
•
- λόγιοευπρεπής, κόσμιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύκοσμος < αρχαία ελληνική εὔκοσμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκοσμος | εύκοσμη | εύκοσμο |
| Γενική | εύκοσμου | εύκοσμης | εύκοσμου |
| Αιτιατική | εύκοσμο | εύκοσμη | εύκοσμο |
| Κλητική | εύκοσμε | εύκοσμη | εύκοσμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκοσμοι | εύκοσμες | εύκοσμα |
| Γενική | εύκοσμων | εύκοσμων | εύκοσμων |
| Αιτιατική | εύκοσμους | εύκοσμες | εύκοσμα |
| Κλητική | εύκοσμοι | εύκοσμες | εύκοσμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →