εύνους
•
- παρωχημένοπου έχει ευνοϊκή διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύνους < αρχαία ελληνική εὔνους < εὖ + νόος / νοῦς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύνους | εύνους | εύνουν |
| Γενική | εύνου | — | εύνου |
| Αιτιατική | εύνου | — | εύνουν |
| Κλητική | εύνους | — | εύνουν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύνοες | — | εύνοα |
| Γενική | ευνόων | — | ευνόων |
| Αιτιατική | εύνοες | — | εύνοα |
| Κλητική | εύνοες | — | εύνοα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →