Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύνους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου έχει ευνοϊκή διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύνους < αρχαία ελληνική εὔνους < εὖ + νόος / νοῦς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύνουςεύνουςεύνουν
Γενικήεύνου—εύνου
Αιτιατικήεύνου—εύνουν
Κλητικήεύνους—εύνουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύνοες—εύνοα
Γενικήευνόων—ευνόων
Αιτιατικήεύνοες—εύνοα
Κλητικήεύνοες—εύνοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →