Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύρετρα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αμοιβή του ευρέτη για την επιστροφή στον κάτοχο απολεσθέντων αντικειμένων ή χρημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύρετρα < μεσαιωνική ελληνική εὕρετρον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεύρετραεύρετρα
Γενική—ευρέτρων
Αιτιατική—εύρετρα
Κλητική—εύρετρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →