Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύστοχος

/ˈef.sto.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καταφέρνει να πετύχει το στόχο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου συμβάλλει θετικά στην επίτευξη ενός επιδιωκόμενου σκοπού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύστοχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔστοχος. Συγχρονικά αναλύεται σε εύ- + στόχ(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύστοχοςεύστοχηεύστοχο
Γενικήεύστοχουεύστοχηςεύστοχου
Αιτιατικήεύστοχοεύστοχηεύστοχο
Κλητικήεύστοχεεύστοχηεύστοχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύστοχοιεύστοχεςεύστοχα
Γενικήεύστοχωνεύστοχωνεύστοχων
Αιτιατικήεύστοχουςεύστοχεςεύστοχα
Κλητικήεύστοχοιεύστοχεςεύστοχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →