εύτηκτος
•
- που τήκεται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύτηκτος < αρχαία ελληνική εὔτηκτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύτηκτος | εύτηκτη | εύτηκτο |
| Γενική | εύτηκτου | εύτηκτης | εύτηκτου |
| Αιτιατική | εύτηκτο | εύτηκτη | εύτηκτο |
| Κλητική | εύτηκτε | εύτηκτη | εύτηκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύτηκτοι | εύτηκτες | εύτηκτα |
| Γενική | εύτηκτων | εύτηκτων | εύτηκτων |
| Αιτιατική | εύτηκτους | εύτηκτες | εύτηκτα |
| Κλητική | εύτηκτοι | εύτηκτες | εύτηκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →