Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύχρηστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ευχρησιμοποίητος, ευχρησιμοποιούμενος, εύκολος στην χρήση - εφαρμογή Βικιλεξικό
  2. που αποτελεί βασικό πρακτικό εργαλείο Βικιλεξικό
  3. που χρησιμοποιείται συχνά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύχρηστος < αρχαία ελληνική εὔχρηστος < εὖ + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος (βλέπε και τα παρόμοια άχρηστος, δύσχρηστος, κοινόχρηστος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύχρηστοςεύχρηστηεύχρηστο
Γενικήεύχρηστουεύχρηστηςεύχρηστου
Αιτιατικήεύχρηστοεύχρηστηεύχρηστο
Κλητικήεύχρηστεεύχρηστηεύχρηστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύχρηστοιεύχρηστεςεύχρηστα
Γενικήεύχρηστωνεύχρηστωνεύχρηστων
Αιτιατικήεύχρηστουςεύχρηστεςεύχρηστα
Κλητικήεύχρηστοιεύχρηστεςεύχρηστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →