ζάβαλης
•
- παρωχημένοταλαίπωρος, φουκαράς, κακομοίρης, δυστυχής Βικιλεξικό
- και μονάχοι φταίχτες οι τρεις παλιανθρώποι, που τονε κατατρέξανε το ζάβαλη ([μεταγραφή σε μονοτονικό])
- παρωχημένοστις ίδιες σημασίες, καημένος, άμοιρος, αξιολύπητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάβαλης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική زواللی (zavallı) / زواللو (zevallı) (τουρκική zavalliμε προφοράˈzɑ.vɑɫ.ɫɯ) < αραβική زَوَال (zawāl, φθίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάβαλης | ζαβάληδες |
| Γενική | ζάβαλη | ζαβάληδων |
| Αιτιατική | ζάβαλη | ζαβάληδες |
| Κλητική | ζάβαλη | ζαβάληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →