ζάρα
•
- πτυχή, τσαλάκωμα σε ασιδέρωτο ρούχο Βικιλεξικό
- πτυχή σε γηρασμένο δέρμα Βικιλεξικό
- είδος κουκουβάγιας ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάρα < ζαρ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάρα | ζάρες |
| Γενική | ζάρας | — |
| Αιτιατική | ζάρα | ζάρες |
| Κλητική | ζάρα | ζάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →