ζάρι
•
- μικρός κύβος, από κόκκαλο ή ελεφαντοστό, του οποίου κάθε έδρα έχει από έναν αριθμό (από το 1 έως το 6), που χρησιμοποιείται στα παιχνίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζάρι(ν) < ἀζάριν / ἀζάριον < αραβική زهر (zahr), εμπρόθετο az‑zahr (τα ζάρια) από συμπροφορά με το άρθρο στον πληθυντικό και ανασυλλαβισμό ta azar > tazar > ta zar
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάρι | ζάρια |
| Γενική | ζαριού | ζαριών |
| Αιτιατική | ζάρι | ζάρια |
| Κλητική | ζάρι | ζάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →