ζάρφι
•
- το πιατάκι του φλιτζανιού Βικιλεξικό
- […] εκενώσαμεν τους σάκκους και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά […] (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, 1879)
Ετυμολογία
ζάρφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική zarf + -ι < αραβική ظرف (ẓarf)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάρφι | ζάρφια |
| Γενική | ζαρφιού | ζαρφιών |
| Αιτιατική | ζάρφι | ζάρφια |
| Κλητική | ζάρφι | ζάρφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →