ζάρωμα
•
- η ζαρωματιά, το αποτέλεσμα του ζαρώνω, το μάζεμα, το συρρίκνωμα Βικιλεξικό
- το τσαλάκωμα, η πτύχωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο μάζεμα ενός ανθρώπου από φόβο ή από ενοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάρωμα < ζαρώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάρωμα | ζαρώματα |
| Γενική | ζαρώματος | ζαρωμάτων |
| Αιτιατική | ζάρωμα | ζαρώματα |
| Κλητική | ζάρωμα | ζαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →